Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
somewhat
01
κάπως, λίγο
a small degree, amount, portion, or kind of something
Παραδείγματα
The party was somewhat of a disaster due to the rain.
Το πάρτι ήταν κάπως καταστροφή λόγω της βροχής.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κάπως, λίγο