bellbird
bell
ˈbɛl
bel
bird
bɜ:d
bēd
billboard

Ορισμός και σημασία του "bellbird"στα αγγλικά

01

καμπανοπούλι, μελισσοφάγος

a small New Zealand bird known for its vibrant plumage and melodic song 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bellbirds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bellbird

bell

+

bird

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store