Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bellbird
01
καμπανοπούλι, μελισσοφάγος
a small New Zealand bird known for its vibrant plumage and melodic song
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bellbirds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bellbird
bell
bird



























