Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solid ground
01
στερεό έδαφος, στερεή βάση
the solid part of the earth's surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στερεό έδαφος, στερεή βάση