Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soda ash
01
ανθρακικό νάτριο, σόδα
a sodium salt of carbonic acid; used in making soap powders and glass and paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soda ashes
LanGeek



























