sociologist
so
ˌsəʊ
σεου
cio
ˈsiɒ
σιο
lo
λα
gist
ʤɪst
τζιστ
audiologistradiologistimmunologistphysiologist

Ορισμός και σημασία του "sociologist"στα αγγλικά

01

κοινωνιολόγος, ειδικός στην κοινωνιολογία

a person who studies human society, social behavior, and how people interact with each other in groups 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sociologists
Παραδείγματα
The sociologist conducted research on urban communities. 

Ο κοινωνιολόγος διεξήγαγε έρευνα για τις αστικές κοινότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sociologist
sociology
socio
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store