Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social service
01
κοινωνική υπηρεσία, κοινωνική βοήθεια
services or activities that are intended to help people with financial or family problems, provided by the government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
social services
Παραδείγματα
Social service organizations provide essential support to vulnerable populations, such as the homeless, elderly, and individuals with disabilities.
Οι οργανισμοί κοινωνικής υπηρεσίας παρέχουν βασική υποστήριξη σε ευάλωτους πληθυσμούς, όπως άστεγους, ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες.
02
κοινωνική υπηρεσία, κοινωνική βοήθεια
individuals or the department responsible for providing help to people in society to address their needs and improve their lives
Παραδείγματα
Government-funded social services play a crucial role in addressing systemic issues such as poverty, homelessness, and domestic violence by offering comprehensive support and intervention programs.
Οι κοινωνικές υπηρεσίες που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση συστημικών ζητημάτων όπως η φτώχεια, η αστεγία και η ενδοοικογενειακή βία, προσφέροντας ολοκληρωμένα προγράμματα στήριξης και παρέμβασης.



























