Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social contract
01
κοινωνικό συμβόλαιο, κοινωνική σύμβαση
an implicit agreement among citizens about collaboration in a way that benefits everyone in the society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
social contracts



























