social activity
so
ˈsəʊ
sew
cial
ʃəl
shēl
ac
æk
āk
ti
tɪ
ti
vi
vɪ
vi
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "social activity"στα αγγλικά

Social activity
01

κοινωνική δραστηριότητα, δραστηριότητα κοινωνικοποίησης

a group or individual activity that brings people together for the purpose of socializing and enjoying each other's company 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
social activities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store