snow
snow
snəʊ
snew
knowslowbeauwhoa

Ορισμός και σημασία του "snow"στα αγγλικά

01

χιόνι

small, white pieces of frozen water vapor that fall from the sky in cold temperatures 
snow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snows
Παραδείγματα
After the storm, the ground was covered in a thick blanket of snow. 

Μετά την καταιγίδα, το έδαφος ήταν καλυμμένο με μια παχιά στρώση χιονιού.

02

χιόνι

a layer of snowflakes (white crystals of frozen water) covering the ground 
03

χιόνι, κοκαΐνη

cocaine, especially in powder form 
αργκό
Παραδείγματα
He bought a small bag of snow from a friend. 

Αγόρασε ένα μικρό σακουλάκι χιόνι από έναν φίλο.

to snow
01

χιονίζει

(of water) to fall from the sky in the shape of small and soft ice crystals 
Intransitive
to snow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snow
γ΄ ενικό πρόσωπο
snows
ενεστώτα μετοχή
snowing
απλός αόριστος
snowed
παθητική μετοχή
snowed
Παραδείγματα
If it snows tomorrow, school might be cancelled. 

Αν χιονίσει αύριο, το σχολείο μπορεί να ακυρωθεί.

02

εξαπατώ, γοητεύω

to deceive or impress someone by using fancy but insincere words 
Transitive: to snow sb | to snow sb into sth
Παραδείγματα
The salesman snowed the customer with promises of incredible results. 

Ο πωλητής εξαπάτησε τον πελάτη με υποσχέσεις απίθανων αποτελεσμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store