Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snitcher
01
πληροφοριοδότης, κατάσκοπος
someone acting as an informer or decoy for the police
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snitchers
02
κατάσκοπος, πληροφοριοδότης
a thief who steals without using violence
03
χειροπέδες, χειροπέδες
(Scottish) a handcuff
Slang
Παραδείγματα
He joked about wearing the snitchers for a prank.
Αστειεύτηκε για το να φοράει τα χειροπέδες για ένα αστείο.



























