snitcher
snit
snɪt
snit
cher
ʃɛə
sheē
snatcher

Ορισμός και σημασία του "snitcher"στα αγγλικά

01

πληροφοριοδότης, κατάσκοπος

someone acting as an informer or decoy for the police 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snitchers
02

κατάσκοπος, πληροφοριοδότης

a thief who steals without using violence 
03

χειροπέδες, χειροπέδες

(Scottish) a handcuff 
αργκό
Παραδείγματα
The police put him in the snitchers. 

Η αστυνομία του έβαλε χειροπέδες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snitcher
snitch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store