snips
snips
snɪps
σνιπσ
/snˈɪps/

Ορισμός και σημασία του "snips"στα αγγλικά

01

ψαλίδι μεταλλικών, κόφτης

a type of scissors that are used for cutting metal or other hard materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snips
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store