Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snap up
01
γρήγορα αρπάζω, γρήγορα αγοράζω
to quickly seize or acquire something, especially an opportunity or item, often before others can get it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
snap
ενεστώτας
snap up
γ΄ ενικό πρόσωπο
snaps up
ενεστώτα μετοχή
snapping up
απλός αόριστος
snapped up
παθητική μετοχή
snapped up
Παραδείγματα
She was able to snap up the last pair of concert tickets.
Κατάφερε να αρπάξει το τελευταίο ζευγάρι εισιτηρίων για τη συναυλία.



























