smudge
smudge
sməʤ
σματζ
/smˈʌd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "smudge"στα αγγλικά

to smudge
01

κηλιδώνω, λεκιάζω

to make a dirty mark by rubbing or spreading something on a surface
Transitive: to smudge sth
to smudge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
smudges
ενεστώτα μετοχή
smudging
απλός αόριστος
smudged
παθητική μετοχή
smudged
Παραδείγματα
The makeup artist gently smudged the eyeliner for a smoky eye look.
Ο μακιγιέρ απαλά μούντζωσε το eyeliner για ένα σμοκυ λουκ.
01

κηλίδα, βρωμιά

a blemish made by dirt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smudges
02

καπνιστή φωτιά, φωτιά για την απομάκρυνση εντόμων

a smoky fire to drive away insects

Λεξικό Δέντρο

resmudge
smudge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store