Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smudge
01
κηλιδώνω, λεκιάζω
to make a dirty mark by rubbing or spreading something on a surface
Transitive: to smudge sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
smudges
ενεστώτα μετοχή
smudging
απλός αόριστος
smudged
παθητική μετοχή
smudged
Παραδείγματα
The makeup artist gently smudged the eyeliner for a smoky eye look.
Ο μακιγιέρ απαλά μούντζωσε το eyeliner για ένα σμοκυ λουκ.
Smudge
01
κηλίδα, βρωμιά
a blemish made by dirt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smudges
02
καπνιστή φωτιά, φωτιά για την απομάκρυνση εντόμων
a smoky fire to drive away insects
Λεξικό Δέντρο
resmudge
smudge



























