Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smooth over
01
κατευνάζω, επιλύω
to make a situation or relationship less tense by calming emotions, resolving conflicts, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
smooth
ενεστώτας
smooth over
γ΄ ενικό πρόσωπο
smooths over
ενεστώτα μετοχή
smoothing over
απλός αόριστος
smoothed over
παθητική μετοχή
smoothed over
Παραδείγματα
They decided to smooth over the conflict by quickly changing the topic.
Αποφάσισαν να κατευνάσουν τη σύγκρουση αλλάζοντας γρήγορα θέμα.



























