Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smartness
01
κομψότητα, στυλ
elegance by virtue of being fashionable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smartnesses
02
ευστροφία, ενθουσιασμός
liveliness and eagerness
03
εξυπνάδα, ευστροφία
intelligence as manifested in being quick and witty
04
πόνος, κάψιμο
a kind of pain such as that caused by a wound or a burn or a sore
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
smartness
smart



























