Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Small intestine
01
λεπτό έντερο, μικρό έντερο
a long, tubular organ in the digestive system responsible for nutrient absorption from food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
small intestines
LanGeek



























