slugger
slu
ˈslʌ
sla
gger
slogger

Ορισμός και σημασία του "slugger"στα αγγλικά

01

χτυπών, μπάτερ

(baseball) a ballplayer who is batting 
slugger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sluggers
02

δυνατός γροθιάς, μποξέρ με δυνατές γροθιές

a boxer noted for an ability to deliver hard punches 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slugger
slug
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store