sluggard
slu
ˈslʌ
sla
ggard
gəd
gēd

Ορισμός και σημασία του "sluggard"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, οκνός

someone who is consistently lazy, showing a lack of motivation or energy to engage in productive activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sluggards
Παραδείγματα
Despite numerous reminders, the sluggard refused to get out of bed before noon. 

Παρά τις πολλές υπενθυμίσεις, ο τεμπέλης αρνήθηκε να σηκωθεί από το κρεβάτι πριν το μεσημέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store