Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slugfest
01
καυγάς, μάχη με γυμνές γροθιές
a fight with bare fists
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slugfests
02
ανταλλαγή προσβολών, πόλεμος λόγων
an argument in which people talk to each other in an offensive way
Dialect
American



























