slovenly
slo
ˈslɒ
slo
ven
vən
vēn
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "slovenly"στα αγγλικά

01

ακατάστατος, ατημέλητος

lacking of cleanliness and neatness, often implying a disregard for personal hygiene or grooming 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slovenly
συγκριτικός βαθμός
more slovenly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His slovenly clothes were stained and wrinkled. 

Τα ατημέλητα ρούχα του ήταν λεκιασμένα και τσαλακωμένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store