sloshed
sloshed
ʃlɒʃt
shlosht
slashed

Ορισμός και σημασία του "sloshed"στα αγγλικά

01

μεθυσμένος, μπουρμενού

drunk from consuming a significant amount of alcohol 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sloshed
συγκριτικός βαθμός
more sloshed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After a few too many drinks, he became sloshed and started singing loudly. 

Μετά από πολλά ποτά, μεθύστηκε και άρχισε να τραγουδάει δυνατά.

Λεξικό Δέντρο

sloshed
slosh
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store