Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip on
01
φορώ, βάζω γρήγορα
to put on a piece of clothing or footwear quickly and easily, often without fastening or tying it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip on
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips on
ενεστώτα μετοχή
slipping on
απλός αόριστος
slipped on
παθητική μετοχή
slipped on
Παραδείγματα
He slipped on his sandals before heading to the beach.
Φόρεσε τις σανδάλες του πριν πάει στην παραλία.



























