to slip on
Pronunciation
/slˈɪp ˈɑːn/

Ορισμός και σημασία του "slip on"στα αγγλικά

to slip on
01

φορώ, βάζω γρήγορα

to put on a piece of clothing or footwear quickly and easily, often without fastening or tying it
to slip on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip on
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips on
ενεστώτα μετοχή
slipping on
απλός αόριστος
slipped on
παθητική μετοχή
slipped on
Παραδείγματα
He slipped on his sandals before heading to the beach.
Φόρεσε τις σανδάλες του πριν πάει στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store