Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip off
01
ξεγλιστρώ, φεύγω κρυφά
to leave a place quietly so that others may not notice one's departure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip off
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips off
ενεστώτα μετοχή
slipping off
απλός αόριστος
slipped off
παθητική μετοχή
slipped off
Παραδείγματα
Not wanting to disturb the meeting, she decided to slip off without saying goodbye.
Δεν θέλοντας να διαταράξει τη συνάντηση, αποφάσισε να φύγει σιγά χωρίς αντίο.
02
βγάζω, γλιστρώ
to remove items like clothing, accessories, or objects
Παραδείγματα
After the meeting, she quickly slipped her coat off and headed for the exit.
Μετά τη συνάντηση, βγήκε γρήγορα το παλτό της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.



























