Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slide down
01
γλιστράω προς τα κάτω, κατεβαίνω γλιστρώντας
to move smoothly downward along a surface, often due to gravity or intentional motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
slide
ενεστώτας
slide down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slides down
ενεστώτα μετοχή
sliding down
απλός αόριστος
slid down
παθητική μετοχή
slid down
Παραδείγματα
The firefighter quickly slid down the pole to respond to the emergency.
Ο πυροσβέστης γλίστρησε γρήγορα κάτω από τον πυλώνα για να ανταποκριθεί στην επείγουσα ανάγκη.



























