Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slap on
01
επιβάλλω, αποδίδω
to command someone to do something immediately, often as punishment
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
slap
ενεστώτας
slap on
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaps on
ενεστώτα μετοχή
slapping on
απλός αόριστος
slapped on
παθητική μετοχή
slapped on
Παραδείγματα
The teacher slapped on detention for the student who was caught cheating on the exam.
Ο δάσκαλος επέβαλε τιμωρία στον μαθητή που πιάστηκε να κλέβει στις εξετάσεις.
02
εφαρμόζω βιαστικά, βάζω απρόσεκτα
to apply or put something on hastily or carelessly
Παραδείγματα
She slapped on sunscreen before running out the door.
Εφάρμοσε βιαστικά αντηλιακό πριν τρέξει έξω από την πόρτα.



























