skin colour
skin
ˈskɪn
skin
co
ka
lour

Ορισμός και σημασία του "skin colour"στα αγγλικά

01

χρώμα δέρματος, απόχρωση δέρματος

the coloring of a person's face 
skin colour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store