Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skin colour
01
χρώμα δέρματος, απόχρωση δέρματος
the coloring of a person's face
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























