Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ski resort
01
χιονοδρομικό κέντρο, θέρετρο σκι
a place where people go to ski or snowboard and can also stay, eat, and relax
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ski resorts



























