ski pole
ski
ski
ski
pole
pəʊl
pewl

Ορισμός και σημασία του "ski pole"στα αγγλικά

01

σκι πολ, ραβδί σκι

a sports equipment used by skiers to assist with balance and propulsion on snow 
ski pole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ski poles
Παραδείγματα
He planted his ski pole firmly in the snow to make a sharp turn. 

Έστησε σταθερά το σκι πόλο του στο χιόνι για να κάνει μια απότομη στροφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store