ski jacket
ski
ˈski:
ski
ja
ʤæ
cket
kɪt
kit

Ορισμός και σημασία του "ski jacket"στα αγγλικά

01

σακάκι σκι, μπλουζάκι σκι

a type of outerwear designed specifically for skiing and other winter sports 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ski jackets
Παραδείγματα
She wore a warm ski jacket to stay cozy on the slopes. 

Φόρεσε ένα ζεστό σακάκι σκι για να παραμείνει ζεστά στις πλαγιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store