Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skate over
01
αποφεύγω, περνώ επιφανειακά
to avoid addressing a topic directly or thoroughly, often to sidestep difficult or uncomfortable issues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
skate
ενεστώτας
skate over
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates over
ενεστώτα μετοχή
skating over
απλός αόριστος
skated over
παθητική μετοχή
skated over
Παραδείγματα
The manager skated over the complaints during the meeting, leaving employees dissatisfied.
Ο διαχειριστής παρέβλεψε τα παράπονα κατά τη διάρκεια της συνάντησης, αφήνοντας τους εργαζόμενους δυσαρεστημένους.



























