to skate over
skate
ˈskeɪt
skeit
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "skate over"στα αγγλικά

to skate over
01

αποφεύγω, περνώ επιφανειακά

to avoid addressing a topic directly or thoroughly, often to sidestep difficult or uncomfortable issues 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
skate
ενεστώτας
skate over
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates over
ενεστώτα μετοχή
skating over
απλός αόριστος
skated over
παθητική μετοχή
skated over
Παραδείγματα
The discussion skated over the reasons for the project's failure. 

Η συζήτηση γλίστρησε πάνω από τους λόγους της αποτυχίας του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store