Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sixtieth
01
εξηκοστός, ένα εξηκοστό μέρος
one part in sixty equal parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sixtieths
02
εξηκοστός
position 60 in a countable series of things
sixtieth
01
εξηκοστός, ο εξηκοστός
the ordinal number of sixty in counting order



























