Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sitting room
01
καθιστικό, σαλόνι
living room; a room in a house where people can sit, relax and watch television or talk together
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sitting rooms



























