sinopis
si
si
no
ˈnəʊ
new
pis
pɪs
pis
sinapis

Ορισμός και σημασία του "sinopis"στα αγγλικά

01

σινωπίς, κόκκινη ώχρα που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν ως χρωστική ουσία

a red ocher formerly used as a pigment 
sinopis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store