signified
sig
ˈsɪg
sig
ni
ni
fied
ˌfaɪd
faid
sissified

Ορισμός και σημασία του "signified"στα αγγλικά

01

σημαινόμενο, αντιπροσωπευόμενη έννοια

the concept, meaning, or idea that a sign represents or signifies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
signifieds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store