Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beef up
01
ενισχύω, δυναμώνω
make strong or stronger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
beef
ενεστώτας
beef up
γ΄ ενικό πρόσωπο
beefs up
ενεστώτα μετοχή
beefing up
απλός αόριστος
beefed up
παθητική μετοχή
beefed up



























