Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beduin
01
Μπεδουίνος, μέλος νομαδικής φυλής Αράβων
a member of a nomadic tribe of Arabs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Beduins
LanGeek



























