Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show off
01
επιδεικνύω, καυχιέμαι
to act in a way that is intended to impress others
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows off
ενεστώτα μετοχή
showing off
απλός αόριστος
showed off
παθητική μετοχή
shown off
Παραδείγματα
The chef showed off by creating an intricate dessert.
Ο σεφ επιδείχθηκε δημιουργώντας ένα περίπλοκο επιδόρπιο.
02
επιδεικνύω, καμαρώνω
to proudly display the positive qualities or attributes of something in order to showcase its best features
Transitive: to show off qualities of something
Παραδείγματα
She showed the newly designed website off during the meeting.
Εκείνη επίδειξε τον νεοσχεδιασμένο ιστότοπο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























