to shout down
Pronunciation
/ʃˈaʊt dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "shout down"στα αγγλικά

to shout down
[phrase form: shout]
01

κάνω κάποιον να σωπάσει με φωνές, αποσιωπώ με κραυγές

to silence someone or not allow their speech or opinion to be heard by making loud noises or shouting
to shout down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
shout
ενεστώτας
shout down
γ΄ ενικό πρόσωπο
shouts down
ενεστώτα μετοχή
shouting down
απλός αόριστος
shouted down
παθητική μετοχή
shouted down
Παραδείγματα
The group collectively shouted down the unpopular decision at the town hall.
Η ομάδα συλλογικά κατέπνιξε με κραυγές την αντιδημοφιλή απόφαση στο δημαρχείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store