Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedlam
01
ένας απαρχαιωμένος και προσβλητικός όρος που κάποτε χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει ένα νοσοκομείο ή ίδρυμα για άτομα με ψυχικές ασθένειες, ένα φρενοκομείο
an outdated and offensive term once used to describe a hospital or institution for people with mental illnesses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedlams
Παραδείγματα
The hospital became infamous as the most notorious bedlam of its time.
Το νοσοκομείο έγινε περιβόητο ως ο πιο διαβόητος Bedlam της εποχής του.
02
χάος, αναστάτωση
a noisy and disorderly situation where there is extreme confusion and lack of control
Παραδείγματα
The courtroom erupted into bedlam after the verdict was announced.
Η αίθουσα του δικαστηρίου βυθίστηκε στο χάος μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας.



























