Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Short circuit
01
βραχυκύκλωμα, βραχύ
a failure in a circuit caused when the electricity flows in the wrong route due to wire damage or fault in the connections of wires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
short circuits



























