shop clerk
shop
ʃɒp
shop
clerk
klɑ:k
klaak

Ορισμός και σημασία του "shop clerk"στα αγγλικά

01

πωλητής, υπάλληλος καταστήματος

a salesperson in a store 
shop clerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shop clerks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store