shoe shop
shoe
ʃu:
σου
shop
ʃɒp
σοπ

Ορισμός και σημασία του "shoe shop"στα αγγλικά

01

κατάστημα παπουτσιών, παπουτσάδικο

a store that sells shoes of various styles and sizes to customers 
shoe shop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shoe shops
Παραδείγματα
She went to the shoe shop to buy new boots. 

Πήγε στο κατάστημα παπουτσιών για να αγοράσει νέα μπότες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store