Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bechamel
01
μπεσαμέλ
milk thickened with a butter and flour roux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπεσαμέλ
LanGeek