Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beaver
01
κάστορας, βίβερ
a semiaquatic rodent with a wide tail and strong teeth that builds dams across streams and is mainly found in the Northern hemisphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beavers
02
κάστορας, καπέλο από γούνα κάστορα
a hat made with the fur of a beaver (or similar material)
03
προστατευτικό πηγουνιού, προστατευτικό προσώπου
a movable piece of armor on a medieval helmet used to protect the lower face
04
ψηλό καπέλο, καπέλο από γούνα κάστορα
a man's hat with a tall crown; usually covered with silk or with beaver fur
05
πλήρες γένι, ολοκληρωμένο γένι
a full beard
06
ένας κάστορας, κάτοικος του Όρεγκον
a native or resident of Oregon
07
κάστορας, γούνα κάστορα
the soft brown fur of the beaver
08
μουνί, μουνάκι
female genitalia, especially the vulva or pubic area
slang
vulgar
Παραδείγματα
The old comedy routine had jokes about hairy beaver.
Η παλιά κωμική ρουτίνα είχε αστεία για τριχωτή μουνί.
to beaver
01
δουλεύω σκληρά πάνω σε κάτι, κοπιάζω πάνω σε κάτι
work hard on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
beavers
ενεστώτα μετοχή
beavering
απλός αόριστος
beavered
παθητική μετοχή
beavered



























