shekels
she
ˈʃɛ
she
kels
kəlz
kēlz

Ορισμός και σημασία του "shekels"στα αγγλικά

01

λεφτά, χρήματα

informal terms for money 
shekels definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shekels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store