Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat up
01
δέρνω, ξυλοφορτώνω
to physically attack someone, often with repeated blows
Transitive: to beat up sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat up
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats up
ενεστώτα μετοχή
beating up
απλός αόριστος
beat up
παθητική μετοχή
beaten up
Παραδείγματα
The gang members decided to beat up their rival in a street confrontation.
Τα μέλη της συμμορίας αποφάσισαν να δείρουν τον αντίπαλό τους σε μια συμπλοκή στο δρόμο.
02
μαστιγώνω τον εαυτό μου, βασανίζω τον εαυτό μου
to experience a strong sense of regret and self-blame for a particular action or situation
Transitive: to beat up oneself
Παραδείγματα
Rather than seeking support, he chose to beat himself up for the project's shortcomings.
Αντί να ζητήσει υποστήριξη, επέλεξε να μαστιγώσει τον εαυτό του για τις ελλείψεις του έργου.
03
συγκεντρώνω, κινητοποιώ
to gather or assemble something
Transitive: to beat up sth
Παραδείγματα
Let's beat up some support for the local community project.
Ας συγκεντρώσουμε λίγη υποστήριξη για το τοπικό κοινωνικό έργο.



























