Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat up
[phrase form: beat]
01
δέρνω, ξυλοφορτώνω
to physically attack someone, often with repeated blows
Transitive: to beat up sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat up
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats up
ενεστώτα μετοχή
beating up
απλός αόριστος
beat up
παθητική μετοχή
beaten up
Παραδείγματα
The school implemented strict measures against students who beat up their peers.
Το σχολείο εφάρμοσε αυστηρά μέτρα κατά των μαθητών που δέρνουν τους συμμαθητές τους.
02
μαστιγώνω τον εαυτό μου, βασανίζω τον εαυτό μου
to experience a strong sense of regret and self-blame for a particular action or situation
Transitive: to beat up oneself
Παραδείγματα
He tends to beat himself up whenever things do n't go as planned.
Έχει την τάση να κατηγορεί τον εαυτό του όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως το σχεδίασε.
03
συγκεντρώνω, κινητοποιώ
to gather or assemble something
Transitive: to beat up sth
Παραδείγματα
Let's beat all the necessary documents up for the meeting.
Ας συγκεντρώσουμε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη συνάντηση.



























