Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shading
01
σκίαση, σκιαγράφηση
lines and markings in dark color that provide the effect of light and shade in a drawing or painting
Παραδείγματα
The artist used cross-hatching for shading to create depth in the sketch.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε διασταύρωση γραμμών για τη σκίαση για να δημιουργήσει βάθος στο σκίτσο.
02
απόχρωση, διαβάθμιση
a gradation involving small or imperceptible differences between grades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shadings



























