sexless
sex
ˈsɛks
seks
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "sexless"στα αγγλικά

01

άφυλος, μη σεξουαλικά ελκυστικός

not seen as physically desirable or attractive in a sexual context 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sexless
συγκριτικός βαθμός
more sexless
διαβαθμίσιμο
02

άφυλος, χωρίς φύλο

having no or imperfectly developed or nonfunctional sex organs 
03

άσεξουαλ, χωρίς σεξουαλική επιθυμία

having no sexual desire 

Λεξικό Δέντρο

sexlessness
sexless
sex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store