Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sexism
01
σεξισμός, διακρίσεις λόγω φύλου
the belief or behavior that one sex is less important, capable, or valuable than the other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She spoke out against sexism at work.
Μίλησε κατά του σεξισμού στο χώρο εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sexism
sex



























