sexism
sex
ˈsɛk
sek
i
si
sm
zəm
zēm
seism

Ορισμός και σημασία του "sexism"στα αγγλικά

01

σεξισμός, διακρίσεις λόγω φύλου

the belief or behavior that one sex is less important, capable, or valuable than the other 
sexism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spoke out against sexism at work. 

Μίλησε κατά του σεξισμού στο χώρο εργασίας.

Λεξικό Δέντρο

sexism
sex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store